Ένα δίκτυο για την Αιτωλοακαρνανία
Η δημιουργία σιδηροδρομικής σύνδεσης μεταξύ Αγρινίου, Αιτωλικού και Μεσολογγίου ανταποκρινόταν σε μια ουσιαστική ανάγκη της περιοχής: τη σύνδεση της ενδοχώρας με τη θάλασσα και τη μεταφορά των αγροτικών και άλλων προϊόντων από τις εύφορες πεδιάδες του Αχελώου και του Εύηνου.
Εξίσου σημαντική ήταν η επικοινωνία με την Πάτρα και, μέσω αυτής, με την υπόλοιπη Ελλάδα. Το ορεινό ανάγλυφο της Βαράσοβας και του Κλοκοτού, σε συνδυασμό με την ανάγκη θαλάσσιας διάβασης μεταξύ Αντιρρίου και Ρίου, δυσχέραινε μια σύνδεση μέσω αυτής της διαδρομής με τα μέσα της εποχής.
Παράλληλα, υπήρχε η προοπτική επέκτασης της γραμμής προς την Άρτα και, εφόσον τα Ιωάννινα εντάσσονταν στο ελληνικό κράτος, ακόμη βορειότερα. Έτσι θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας δυτικός σιδηροδρομικός άξονας με κατεύθυνση από τον νότο προς τον βορρά.
Η ονομασία «Σιδηρόδρομοι Βορειοδυτικής Ελλάδος» αντανακλούσε τη γεωγραφία του ελληνικού κράτους εκείνης της περιόδου: έως το 1913, τα σύνορα στην περιοχή της Άρτας βρίσκονταν στον Άραχθο ποταμό.
Η πρωτοβουλία του Χαρίλαου Τρικούπη
Το δίκτυο εντασσόταν στον σχεδιασμό του Χαρίλαου Τρικούπη για την ανάπτυξη των σιδηροδρομικών υποδομών της χώρας. Η κατασκευή του προωθήθηκε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ιδιώτες επενδυτές εμφανίζονταν επιφυλακτικοί απέναντι σε νέα σιδηροδρομικά έργα, καθώς οι αποδόσεις των δικτύων της Θεσσαλίας και της Πελοποννήσου δεν είχαν ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους.
Η πρώτη σύμβαση υπογράφηκε το 1887 μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και δύο Βέλγων επιχειρηματιών. Προέβλεπε την κατασκευή, για λογαριασμό του κράτους, μιας γραμμής μετρικού εύρους —με απόσταση ενός μέτρου μεταξύ των σιδηροτροχιών— που θα συνέδεε το Αγρίνιο με το Μεσολόγγι.
Δύο χρόνια αργότερα, το τμήμα αυτό είχε ολοκληρωθεί. Ο Τρικούπης, ωστόσο, επιδίωκε την επέκτασή του έως το Κρυονέρι, κοντά στις εκβολές του Εύηνου. Εκεί, οι επιβάτες θα μετεπιβιβάζονταν από το τρένο στο πλοίο και τα εμπορεύματα θα μεταφορτώνονταν, ώστε να συνεχίζουν το ταξίδι τους προς την Πάτρα, και αντίστροφα.
Οι Βέλγοι επιχειρηματίες δεν δέχθηκαν να αναλάβουν την επέκταση με τους προτεινόμενους όρους. Ο Τρικούπης τούς αφαίρεσε τότε το δικαίωμα εκμετάλλευσης της κρατικής γραμμής Αγρινίου–Μεσολογγίου.
Το 1890, η κατασκευή του τμήματος Μεσολόγγι–Κρυονέρι και η εκμετάλλευση της υφιστάμενης γραμμής παραχωρήθηκαν στον επιχειρηματία Χ. Αποστολίδη. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η ανώνυμη «Εταιρεία Σιδηροδρόμου Βορειοδυτικής Ελλάδος» (ΣΒΔΕ), η οποία ανέλαβε την εκμετάλλευση του δικτύου. Η επέκταση έως το Κρυονέρι ολοκληρώθηκε το 1891.

Οι επεκτάσεις και η σύνδεση με την τοπική παραγωγή
Το 1896 κατασκευάστηκε διακλάδωση μήκους δύο χιλιομέτρων από τα Καλύβια προς τον Αχελώο, για την εξυπηρέτηση της μεταφοράς ξυλείας. Η ξυλεία μεταφερόταν στην Πάτρα και χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή κιβωτίων συσκευασίας της εξαγόμενης σταφίδας.
Η δραστηριότητα αυτή αποτυπώνει τη στενή σύνδεση του σιδηροδρόμου με την παραγωγική και εμπορική ζωή της περιοχής. Παράλληλα, αναδεικνύει την οικονομική ευπάθεια του δικτύου: η υποχώρηση των εξαγωγών σταφίδας περιόρισε το μεταφορικό του έργο και έφερε την εταιρεία στα πρόθυρα της πτώχευσης.
Το 1909 προστέθηκαν δύο ακόμη διακλαδώσεις, συνολικού μήκους περίπου έντεκα χιλιομέτρων:
- Η πρώτη συνέδεε τον σιδηροδρομικό σταθμό με το κέντρο του Μεσολογγίου.
- Η δεύτερη ξεκινούσε από τον σταθμό του Αιτωλικού και, μέσω της πόλης, εξυπηρετούσε το Νεοχώρι και την Κατοχή.
Το 1943, τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής αποξήλωσαν τη δεύτερη διακλάδωση, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το υλικό της στην κατασκευή επέκτασης προς την Αμφιλοχία. Οι εργασίες υποδομής είχαν αρχίσει, αλλά το έργο δεν ολοκληρώθηκε, καθώς μεσολάβησε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας.
Η μετάβαση στους ΣΠΑΠ και η θαλάσσια σύνδεση με την Πάτρα
Το 1952, η εταιρεία ΣΒΔΕ πτώχευσε και η εκμετάλλευση του δικτύου πέρασε στους «Σιδηροδρόμους Πειραιώς–Αθηνών–Πελοποννήσου» (ΣΠΑΠ), οι οποίοι βρίσκονταν τότε υπό κρατική διαχείριση.
Την ίδια χρονιά, οι ΣΠΑΠ δρομολόγησαν το σιδηροδρομικό πορθμείο «Ρόδος». Το πλοίο διέθετε σιδηροτροχιές στο κατάστρωμά του και μετέφερε σιδηροδρομικά οχήματα μεταξύ Κρυονερίου και Πάτρας. Οι επιβάτες μπορούσαν να παραμένουν στα βαγόνια κατά τη θαλάσσια διαδρομή, χωρίς να χρειάζεται να μετεπιβιβαστούν.
Η συμβατότητα των δύο δικτύων, της Αιτωλοακαρνανίας και της Πελοποννήσου, τα οποία είχαν το ίδιο μετρικό εύρος, επέτρεπε τη συνέχιση του σιδηροδρομικού ταξιδιού από την Πάτρα προς την Αθήνα.
Το 1962, οι ΣΠΑΠ απορροφήθηκαν από τους «Σιδηροδρόμους του Ελληνικού Κράτους» (ΣΕΚ), στους οποίους εντάχθηκε και το δίκτυο της Αιτωλοακαρνανίας.
Η αναστολή λειτουργίας
Το 1971, επί δικτατορίας, ανεστάλη η λειτουργία της γραμμής. Η απόφαση αυτή στέρησε από την περιοχή μια υφιστάμενη σιδηροδρομική υποδομή, η οποία θα μπορούσε να αναβαθμιστεί και να αξιοποιηθεί για την εξυπηρέτηση των τοπικών μετακινήσεων.
Αντί της διακοπής, υπήρχε η δυνατότητα να εξεταστεί η μετατροπή του δικτύου σε έναν σύγχρονο τοπικό σιδηρόδρομο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες των πόλεων και των οικισμών της περιοχής.
Οι προσπάθειες αποκατάστασης και η ανεκπλήρωτη επαναλειτουργία
Το 1996 ξεκίνησε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εγκαταλελειμμένης γραμμής, η οποία συνεχίστηκε από το 2000. Οι πρωτοβουλίες συνδέθηκαν με δύο πολιτικούς που εκλέγονταν στην Αιτωλοακαρνανία και διετέλεσαν υπουργοί Μεταφορών: τον Κοκκινοβασίλη και, στη συνέχεια, τον Βερελή.
Οι εργασίες αποσκοπούσαν στην επαναλειτουργία του δικτύου ως τοπικού σιδηροδρόμου, ώστε να διευκολύνονται οι μετακινήσεις μεταξύ Αγρινίου, Μεσολογγίου και των ενδιάμεσων οικισμών, καθώς και η πρόσβαση στο Κρυονέρι. Από εκεί προβλεπόταν σύνδεση με την Πάτρα μέσω ταχύπλοου επιβατικού πλοίου.
Η προοπτική αυτή θα μπορούσε να προσφέρει στους κατοίκους μια επιπλέον επιλογή μετακίνησης, να περιορίσει την εξάρτηση από τις οδικές μεταφορές και να συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στη μείωση της ρύπανσης.
Παρά τις εργασίες αποκατάστασης, η σχεδιαζόμενη επαναλειτουργία δεν πραγματοποιήθηκε. Μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2004, η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε και η υποδομή οδηγήθηκε εκ νέου σε απαξίωση.
Για την Αιτωλοακαρνανία, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία αξιοποίησης του σιδηροδρόμου προς όφελος των κατοίκων και της τοπικής ανάπτυξης. Η ιστορία των ΣΒΔΕ δεν αφορά μόνο το παρελθόν των μεταφορών· θέτει και το ερώτημα πώς μια υπάρχουσα υποδομή θα μπορούσε να υπηρετήσει τις ανάγκες μιας περιοχής.