Από το όραμα στην πρωτοβουλία
Η ιστορία της δημιουργίας του Σιδηροδρομικού Μουσείου ξεκινά το 1973, όταν ο νεοπροσληφθείς υπάλληλος του ΟΣΕ κ. Γιώργος Νικάκης γνώρισε τον κ. Χριστόδουλο Χριστοδούλου, τότε υπαρχιμηχανικό του Οργανισμού. Οι δύο άνδρες συνυπηρετούσαν στην Υπηρεσία Έλξης και, μέσα από τις συζητήσεις τους, ο κ. Νικάκης πληροφορήθηκε το όραμα του κ. Χριστοδούλου: τη δημιουργία ενός μουσείου που θα στέγαζε την ιστορία των μέσων μαζικής μεταφοράς της Ελλάδας.
Η αρχική πρόταση δεν είχε γίνει δεκτή από την τότε ηγεσία του Υπουργείου Μεταφορών. Ο κ. Νικάκης πρότεινε να επικεντρώσουν την προσπάθειά τους στα μέσα σταθερής τροχιάς και, κυρίως, στον σιδηρόδρομο, θεωρώντας ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να υλοποιηθεί πιο εύκολα με τη συνδρομή του ΟΣΕ.
Ο κ. Χριστοδούλου ανταποκρίθηκε θετικά και οι δύο άρχισαν να αναζητούν τον κατάλληλο χώρο, προτού ακόμη εξασφαλίσουν την επίσημη έγκριση. Η προσπάθεια αυτή γινόταν στον ελεύθερο χρόνο τους, παράλληλα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα.
Η επιλογή του πρώτου χώρου
Ως πιο κατάλληλος επιλέχθηκε ο χώρος στην οδό Σιώκου 4, στην Αθήνα, όπου το Μουσείο στεγάστηκε μέχρι τη μεταφορά του στη Λεύκα του Πειραιά το 2019.
Την εποχή εκείνη, ο χώρος χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη μικροϋλικών και ελαστικών αυτοκινήτων του ΟΣΕ, ενώ το διώροφο κτίριο εξυπηρετούσε ανάγκες μαθητείας σιδηροδρομικών από την περιφέρεια. Η σύνδεσή του με τη σιδηροδρομική ιστορία, ωστόσο, ήταν παλαιότερη: εκεί είχε λειτουργήσει το ντραιζινοστάσιο των Σιδηροδρόμων Πειραιώς–Αθηνών–Πελοποννήσου (ΣΠΑΠ), ενώ στην ίδια περιοχή βρισκόταν ο σταθμός «Μύλοι Αθηνών». Κατάλοιπο αυτής της χρήσης αποτελούσε η περιστρεφόμενη πλάκα στην απέναντι πλευρά της οδού Σιώκου.
Στην επιλογή συνέβαλε και το γεγονός ότι ο χώρος δεν θεωρούνταν πλέον ιδιαίτερα απαραίτητος για τις λειτουργικές ανάγκες του ΟΣΕ και υπήρχε το ενδεχόμενο να εγκαταλειφθεί. Το επόμενο βήμα ήταν να εξασφαλιστεί η παραχώρησή του.
Ύστερα από επίμονες προσπάθειες, η διοίκηση του ΟΣΕ αποδέχθηκε το αίτημα. Η αρχική αντιμετώπιση του εγχειρήματος παρέμενε επιφυλακτική, ακόμη και από ορισμένους συναδέλφους των δύο πρωτεργατών. Εκείνοι, όμως, συνέχισαν.
Η συγκέντρωση και η αποκατάσταση των εκθεμάτων
Με την παραχώρηση του χώρου άρχισε το πιο δύσκολο μέρος της προσπάθειας: ο εντοπισμός, η περισυλλογή, η αποκατάσταση και η μεταφορά των εκθεμάτων.
Η αρχική υποστήριξη του ΟΣΕ ήταν κυρίως ηθική και προϋπέθετε ότι δεν θα επηρεάζονταν οι υπηρεσίες του Οργανισμού. Δεν διατέθηκε εξαρχής προσωπικό για το υπό δημιουργία Μουσείο. Οι κ.κ. Χριστοδούλου και Νικάκης εργάζονταν εκτός υπηρεσιακού ωραρίου και κάλυπταν με δικά τους μέσα και δαπάνες πολλές από τις αναγκαίες μετακινήσεις. Ακόμη και τις προθήκες που παραγγέλθηκαν αργότερα τις μετέφεραν με τα προσωπικά τους αυτοκίνητα.
Αξιοποιώντας το κύρος του ως μηχανικού και τις προσωπικές του γνωριμίες, ο κ. Χριστοδούλου εξασφάλισε τη διάθεση φορτηγού του ΟΣΕ, ώστε να απομακρυνθούν τα αποθηκευμένα υλικά και να μεταφερθούν στις εγκαταστάσεις της «Αμαλίας», στην περιοχή του σημερινού Σιδηροδρομικού Κέντρου Αχαρνών.
Με δικές του παρεμβάσεις οργανώθηκαν και οι εργασίες αποκατάστασης σημαντικών εκθεμάτων. Το Μηχανοστάσιο Πατρών επισκεύασε τροχαίο υλικό μετρικού εύρους, η επιβατάμαξα του οδοντωτού αποκαταστάθηκε στο εργοστάσιο του Πειραιά και η ατμάμαξα κανονικού εύρους στο Μηχανοστάσιο Λάρισας.
Παράλληλα, ο κ. Χριστοδούλου έπεισε τον Δήμο Μεσολογγίου να παραχωρήσει στο Μουσείο μια ιδιαίτερα σημαντική ατμάμαξα των Σιδηροδρόμων Βορειοδυτικής Ελλάδος (ΣΒΔΕ), η οποία εκτιθόταν σε πλατεία της πόλης. Για την αντικατάστασή της εντόπισε και εξασφάλισε μια άλλη ατμάμαξα.
Η σταδιακή αναγνώριση της προσπάθειας
Όσο προχωρούσε η συγκρότηση της συλλογής και γινόταν αντιληπτή η αξία των εκθεμάτων, τόσο αυξανόταν η υποστήριξη από τη διοίκηση και τους εργαζομένους του ΟΣΕ.
Με τη βοήθεια του ΤΜΚ τοποθετήθηκε στέγαστρο, εγκρίθηκαν κονδύλια για τον ελαιοχρωματισμό των κτιρίων και τη διαμόρφωση του χώρου και διατέθηκαν τα μέσα για τη μεταφορά των βαρέων εκθεμάτων.
Η ευθύνη του σχεδιασμού και του συντονισμού, ωστόσο, εξακολουθούσε να βαρύνει τους δύο πρωτεργάτες. Κάθε μεταφορά έπρεπε να οργανώνεται με τρόπο που να μην προκαλεί καθυστερήσεις στα δρομολόγια ή δυσλειτουργίες στις υπηρεσίες του Οργανισμού.
Ο πρώτος υπάλληλος που τοποθετήθηκε στο Μουσείο ήταν ο κ. Νίκος Απέργης, τεχνίτης–ελαιοχρωματιστής, ο οποίος για ένα διάστημα παρέμεινε ο μοναδικός υπάλληλός του. Ο κ. Χριστοδούλου, ως διευθυντής, και ο κ. Νικάκης, ως γραμματέας και βοηθός του, συνέχιζαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους εκτός του κανονικού τους ωραρίου. Αργότερα, τον κ. Νικάκη διαδέχθηκε σε αυτή τη θέση ο κ. Νίκος Γιαννόγλου, ο οποίος συνδέθηκε στενά με το Μουσείο και τη λειτουργία του.
Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 1979, σε τελετή με την παρουσία της τότε ηγεσίας του ΟΣΕ. Η επίμονη προσπάθεια λίγων ανθρώπων είχε αποκτήσει πλέον συγκεκριμένη μορφή: έναν χώρο αφιερωμένο στη διατήρηση και την παρουσίαση της σιδηροδρομικής ιστορίας της Ελλάδας.
Ένας χώρος πολιτισμού και συνάντησης
Μετά τον κ. Χριστόδουλο Χριστοδούλου, τη διεύθυνση του Μουσείου ανέλαβαν διαδοχικά οι κ.κ. Κώστας Ανδρουλιδάκης, Γιάννης Τσάδαρης, Αστέριος Τσαβδάρης, Γιώργος Νικάκης και Γιάννης Κατσαρής. Καθένας συνέβαλε, με τον τρόπο του, στη λειτουργία και τη βελτίωσή του.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον κ. Γιάννη Τσάδαρη. Κατά τη θητεία του πραγματοποιήθηκαν, με χρηματοδότηση του ΟΣΕ, έργα όπως η διαμόρφωση του αύλειου χώρου, η διαρρύθμιση και επίπλωση της αίθουσας πολλαπλών χρήσεων και η κατασκευή γραμμής εύρους 60 εκατοστών, στην οποία κινούνταν ένας βιομηχανικός συρμός.
Η συμβολή του, όμως, δεν περιορίστηκε στις υποδομές. Σε συνεργασία με τον Σύλλογο Φίλων του Σιδηροδρόμου, ενίσχυσε τον πολιτιστικό χαρακτήρα του Μουσείου, οργανώνοντας εκδηλώσεις που προσέλκυσαν ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών και έφεραν νέο κοινό κοντά στον σιδηρόδρομο.
Ανάμεσα στις εκδηλώσεις αυτές ξεχωρίζουν:
- Το αφιέρωμα στον ζωγράφο των τρένων κ. Στέλιο Μαυρομάτη, με έκθεση έργων του και παρουσίαση από τον τεχνοκριτικό κ. Χρύσανθο Χρήστου.
- Ο εορτασμός των 120 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας των αστικών συγκοινωνιών στην Αθήνα, σε συνδιοργάνωση του Μουσείου, του ΣΦΣ και του ΟΑΣΑ.
- Εκθέσεις ζωγραφικής και εκδηλώσεις αφιερωμένες σε σιδηροδρομικές επετείους.
Ξεχωριστή θέση στη μνήμη μας έχει η εκδήλωση που συνδιοργανώθηκε από το Μουσείο, τον ΣΦΣ και τον Δήμο Αθηναίων, επί δημαρχίας του κ. Δημήτρη Αβραμόπουλου, για την προώθηση του οράματος του κ. Αντώνη Τρίτση σχετικά με την επαναφορά του τραμ στην Αθήνα. Συμμετείχαν εκπρόσωποι των Αρχών, πανεπιστημιακοί και πολλοί προσκεκλημένοι. Η δεξίωση πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στα φωταγωγημένα εκθέματα, αναδεικνύοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του χώρου.
Αργότερα, ο ΟΣΕ χρηματοδότησε εργασίες επισκευής και ανάδειξης του Μουσείου, το οποίο είχε υποστεί ζημιές και από τον σεισμό του 1999. Η φροντίδα των εργαζομένων του συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση ενός φιλόξενου χώρου για τους επισκέπτες.
Το Μουσείο και η γέννηση του Συλλόγου μας
Το Σιδηροδρομικό Μουσείο συνδέεται άμεσα με την ίδρυση του Συλλόγου Φίλων του Σιδηροδρόμου.
Η λειτουργία του προσέλκυσε ανθρώπους με κοινό ενδιαφέρον για το τρένο, τους έφερε σε επαφή και δημιούργησε έναν τόπο συνάντησης και ανταλλαγής γνώσεων και εμπειριών. Από αυτές τις επαφές γεννήθηκε η επιθυμία για μια οργανωμένη συλλογική παρουσία.
Έτσι, το 1983 ιδρύθηκε ο ΣΦΣ. Έκτοτε, η πορεία του Συλλόγου και η πορεία του Μουσείου συνδέθηκαν μέσα από κοινές δράσεις, προσωπική προσφορά και τη σταθερή επιδίωξη διαφύλαξης της σιδηροδρομικής κληρονομιάς.
Η ανάγκη μετεγκατάστασης και η πρόταση για τη Λεύκα
Η απόφαση υπογειοποίησης των σιδηροδρομικών γραμμών μετά την έξοδό τους από τον Σταθμό Λαρίσης κατέστησε αναγκαία τη μετεγκατάσταση του Μουσείου, καθώς προβλεπόταν η κατεδάφιση των κτιρίων του.
Παράλληλα, ο διαθέσιμος χώρος είχε πάψει να επαρκεί για τις ανάγκες της συλλογής. Δεν υπήρχε δυνατότητα προσθήκης νέου τροχαίου υλικού, γεγονός που περιόριζε την ανάπτυξη του Μουσείου.
Ο Σύλλογός μας εξέτασε εναλλακτικές προτάσεις και έκρινε ως πιο κατάλληλη επιλογή τις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ στη Λεύκα του Πειραιά. Η θέση αυτή αποτυπώθηκε και σε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του.
Η Λεύκα συνδύαζε δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: τη σύνδεσή της με τη σιδηροδρομική και βιομηχανική ιστορία και την ύπαρξη χώρων που θα μπορούσαν να καλύψουν τόσο τις άμεσες ανάγκες όσο και μελλοντικές επεκτάσεις του Μουσείου. Η σταδιακή μεταφορά λειτουργιών των εγκαταστάσεων στο Θριάσιο Πεδίο και αλλού δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για αυτή την αξιοποίηση.
Με πρωτοβουλία του καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και φίλου του ΣΦΣ κ. Νίκου Μπελαβίλα, καθώς και του Ελληνικού Τμήματος της διεθνούς οργάνωσης για την προστασία της βιομηχανικής κληρονομιάς, πραγματοποιήθηκε αποτύπωση του χώρου. Σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού προωθήθηκε επίσης η κήρυξη ορισμένων κτιρίων ως διατηρητέων.
Η σύσκεψη του 2018 και ο συντονισμός της μεταφοράς
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2018, ο Σύλλογος Φίλων του Σιδηροδρόμου συγκάλεσε στα γραφεία του σύσκεψη για την επιλογή του χώρου μετεγκατάστασης και την προετοιμασία της μεταφοράς.
Εκ μέρους του ΟΣΕ συμμετείχαν ο τότε πρόεδρος κ. Κακουλάκης, ο τότε διευθύνων σύμβουλος κ. Θεοχάρης, ο ειδικός σύμβουλος της διοίκησης και μέλος του ΣΦΣ κ. Γιάννης Ζαρταλούδης και η υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων κα Ανωγειάτη.
Παρόντες ήταν επίσης ο καθηγητής κ. Νίκος Μπελαβίλας, ο εκ των ιδρυτών του Μουσείου κ. Γιώργος Νικάκης και ο παλαιός μηχανοδηγός κ. Νίκος Ταγαρούλιας, με εξειδικευμένη εμπειρία στη μεταφορά ιστορικού τροχαίου υλικού. Ο κ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου είχε ήδη φύγει από τη ζωή.
Τον ΣΦΣ εκπροσώπησαν ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. Παναγιώτης Κακαβάς, ο αντιπρόεδρος κ. Πέτρος Ράλλης, ο αρχιτέκτονας και μέλος του ΔΣ κ. Νίκος Πολυζώης, οι υπεύθυνοι του Τομέα Δημοσίων Σχέσεων και ο επικεφαλής του Τομέα Μοντελισμού.
Ο Σύλλογος και ο κ. Μπελαβίλας πρότειναν την άμεση μεταφορά του Μουσείου στον χώρο της «Ροτόντας», στη Λεύκα. Η πρόταση έγινε ομόφωνα αποδεκτή. Συμφωνήθηκε να προχωρήσουν ο καθαρισμός του χώρου και η επισκευή των υφιστάμενων κτιρίων με μέριμνα του ΟΣΕ, ώστε να καταστεί δυνατή η επαναλειτουργία του Μουσείου.
Στη σύσκεψη κατανεμήθηκαν και οι επιμέρους ευθύνες:
- Ο ΣΦΣ και ο κ. Νίκος Ταγαρούλιας θα συνέβαλλαν με τεχνογνωσία και προσωπική εργασία στην προετοιμασία, τη συσκευασία και τη μεταφορά των εκθεμάτων.
- Ο κ. Νίκος Μπελαβίλας θα μεριμνούσε για τις απαραίτητες άδειες και θα παρέδιδε στον ΟΣΕ την αποτύπωση του χώρου και τις προτάσεις διαμόρφωσής του.
- Ο ΟΣΕ θα διέθετε τα αναγκαία μέσα μεταφοράς, θα διαμόρφωνε τον νέο χώρο και θα αναλάμβανε, με τη βοήθεια του ΣΦΣ, την επανέκθεση της συλλογής.
Η έμπρακτη συμβολή των μελών του ΣΦΣ
Για την υλοποίηση των παραπάνω, ο Σύλλογος συγκρότησε ομάδα αποτελούμενη από τους κ.κ. Ιάσωνα Ζώρζο, Μιχάλη Θεοφανόπουλο, Βασίλη Κοροβέση, Νίκο Πολυζώη, Πέτρο Ράλλη και Γιώργο Χανδρινό.
Μαζί με τον κ. Νίκο Ταγαρούλια, τα μέλη της ομάδας αξιοποίησαν τις γνώσεις τους για τη σιδηροδρομική ιστορία και το ιστορικό τροχαίο υλικό, αναλαμβάνοντας τη λεπτομερή καταγραφή, τη συσκευασία και την υποστήριξη της μεταφοράς των εκθεμάτων.
Η ομάδα ολοκλήρωσε σύντομα το έργο της. Παράλληλα, κατέγραψε σε έκθεση τις εκτιμήσεις της για τα εκθέματα και τις προτάσεις της για τον τρόπο παρουσίασής τους στον νέο χώρο. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΦΣ παρέδωσε την έκθεση τόσο στον πρόεδρο όσο και στον διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΣΕ.
Ο νέος χώρος και η ανάγκη ολοκλήρωσης του εγχειρήματος
Στις 28 Μαΐου 2019 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του νέου χώρου του Μουσείου στη Λεύκα του Πειραιά, παρουσία του τότε υπουργού Μεταφορών κ. Σπίρτζη.
Δυστυχώς, το Μουσείο παραμένει κλειστό για το κοινό. Η διάταξη των εκθεμάτων, όπως καταγράφεται μετά τη μεταφορά τους, ήταν προσωρινή. Ο Σύλλογός μας επανέρχεται συστηματικά στο ζήτημα, ζητώντας ενημέρωση και την επαναλειτουργία του.
Η μεταφορά της συλλογής αποτέλεσε σημαντικό βήμα, αλλά η προσπάθεια χρειάζεται να ολοκληρωθεί με την κατάλληλη παρουσίαση των εκθεμάτων και τη λειτουργία ενός επισκέψιμου μουσείου. Αυτή είναι και η ουσία της διαχρονικής μας επιδίωξης: η σιδηροδρομική κληρονομιά να διαφυλάσσεται και να παραμένει προσιτή στους πολίτες, ως πηγή γνώσης και μνήμης.